Στις 4 Ιανουαρίου 2017, μια σημαντική προσφορά 3.056 νομισμάτων υπήρξε το πρώτο αξιόλογο πρόσκτημα του Μουσείου για το τρέχον έτος. Δωρητής ο Αλέξανδρος Σταυρίδης, μοναδικός κληρονόμος της ενδιαφέρουσας συλλογής του αείμνηστου πατρός του Δημητρίου. Η μητέρα του Ελισάβετ είχε αναλάβει η ίδια τη φροντίδα για την ασφάλεια της συλλογής του εκλιπόντος, ως συγκληρονόμος. Ο Αλέξανδρος Σταυρίδης, ύστερα από την απώλεια και της μητέρας του, με βαθύ το αίσθημα σεβασμού στη μνήμη των γονιών του, προχώρησε στην παράδοση της νομισματικής συλλογής τους στο Νομισματικό Μουσείο. Η μόνιμη σχεδόν εγκατάσταση του Αλέξανδρου στην Ολλανδία του καλλιέργησε την πεποίθηση ότι ο πλέον ασφαλής, ο φυσικός χώρος για τη συλλογή του Δημήτριου Σταυρίδη είναι το Νομισματικό Μουσείο. Έτσι, η μελέτη, η ανάδειξη και η ενδεχόμενη περιοδική έκθεση των νομισμάτων αυτών αποτελεί πλέον ένα ηθικό και επιστημονικό χρέος, ένα ευχάριστο επαγγελματικό καθήκον, μια έμπρακτη αναγνώριση της συμβολής του συλλέκτη στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η ευγενική χειρονομία της προσφοράς του Αλέξανδρου Σταυρίδη εγγράφεται στο μακρύ κατάλογο των δωρητών του Νομισματικού Μουσείου, ως ένα ακόμη πρόσφατο ιδιαίτερα αξιόλογο παράδειγμα.

Το πλήθος των βυζαντινών νομισμάτων που συγκέντρωσε η συλλογή του Δημήτριου Σταυρίδη απαρτίζεται κυρίως από χαλκά νομίσματα και κάποια άλλα λιγότερα από πολύτιμα κράματα. Τα υστερορωμαϊκά, τα ρωμαϊκά και κυρίως τα ελληνορωμαϊκά νομίσματα, εκδόσεις επαρχιακών νομισματοκοπείων της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, εντυπωσιάζουν ως νομίσματα ελληνικών ή ελληνόφωνων περιοχών που διατηρούν την ελληνόγλωσση παράδοση, όπως δηλώνουν οι επιγραφές τους, προβάλλουν μεταξύ άλλων μυθολογικές παραστάσεις ή λατρευτικές συνήθειες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν νομίσματα της Μήθυμνας Λέσβου, με χρονολογία κοπής την περίοδο βασιλείας του Γέτα, της μακεδονικής Έδεσσας, της αποικίας Αντιοχέων στη Συρία, που παρουσιάζονται στη συνέχεια.

Μήθυμνα Λέσβου επί Γέτα.
Χαλκό. ΒMC σ. 183, αρ. 47.
Χρον. κοπής: 195-211 μ.Χ.
Βάρος: 10,557 γρ.

1. Το χαλκό νόμισμα ΜΗΘΥΜΝΑΙΩΝ, σύμφωνα με την επιγραφή του, ιδιαίτερα σπάνιο, έχει εκδοθεί την περίοδο βασιλείας του ρωμαίου αυτοκράτορα Γέτα (198-211), γιου του Σεπτίμιου Σεβήρου. Η κεφαλή του εικονίζεται στην εμπρόσθια όψη του νομίσματος με τη σχετική επιγραφή, ενώ στην οπίσθια παραστάνεται η θεά Τύχη όρθια, με πηδάλιο και κέρας αφθονίας στα χέρια της. Το θέμα είναι αρκετά κοινό και αγαπητό στην εικονογραφία την ελληνορωμαϊκών όπως και των ρωμαϊκών νομισματικών εκδόσεων, όπως σε δηνάρια του Σεπτίμιου Σεβήρου. Η προσωποποίηση της θεάς Τύχης, η οποία δέσποζε στις επικλήσεις των θνητών για καλοτυχία και ευημερία, εξέφραζε την αιώνια αγωνία του ανθρώπου για το αύριο, για το άμεσο κυρίως μέλλον, που ταιριάζει απόλυτα με την πολεμικά ταραγμένη και ασταθή περίοδο της δυναστείας των Σεβήρων.

Έδεσσα επί Καρακάλλα,
ως συμβασιλέα Σεπτιμίου Σεβήρου.
Διπλό «ασσάριο».
198-211 μ.Χ.
E. Papaefthymiou, σ. 59, αρ. 6 (D3/R5).
Βάρος: 8,485 γρ.

2. Το νόμισμα της Έδεσσας, διπλό «ασσάριο», εκδόθηκε επί βασιλείας Σεπτίμιου Σεβήρου με συμβασιλεία Καρακάλλα (198-211), του πρωτότοκου γιου του. Στην πίσω πλευρά, φέρει την παράσταση της καθιστής θεάς Ρώμης που στεφανώνεται από όρθια γυναικεία μορφή, την προσωποποίηση της Έδεσσας. Το θέμα σύνηθες και μονότονα επαναλαμβανόμενο, σχεδόν ταυτόσημο με το εν λόγω νομισματοκοπείο, εγκαινιάζεται την περίοδο βασιλείας του Αδριανού, του φιλέλληνα αυτοκράτορα που ίδρυσε το περίφημο Πανελλήνιον. Εκτός από το σεβασμό της πόλης στη ρωμαϊκή εξουσία, ο εικονογραφικός αυτός τύπος σχετίζεται και με την πιθανολογούμενη ένταξη της Έδεσσας στο Πανελλήνιον, καθώς επίσης και με την επιδίωξη του αυτοκρατορικού οίκου να συνδεθεί με τον Μέγα Αλέξανδρο. Η προπαγάνδα, λοιπόν, της σύνδεσης των ρωμαίων αυτοκρατόρων με το λίκνο της μακεδονικής δυναστείας διαφαίνεται στο εικονογραφικό αυτό θέμα της Έδεσσας. Πρόκειται, πάντως, για μια γενικευμένη ιστορική σύγχυση της βασιλικής πόλης της Έδεσσας με τις Αιγές, την πραγματική γενέτειρα της δυναστείας του Αλέξανδρου, η οποία απαντά και στις γραπτές πηγές των αυτοκρατορικών χρόνων.

Αντιόχεια Σελεύκειας Πιερίας (Συρίας) επί Τραϊανού Δέκιου (249-251 μ.Χ.). Χαλκό.
ΒMC σ. 223, αρ. 602.
Βάρος: 15,055 γρ.

3. Το νόμισμα της Αντιόχειας, πρωτεύουσας της ρωμαϊκής επαρχίας Σελεύκειας Πιερίας (Συρίας), την περίοδο βασιλείας του Τραϊανού Δέκιου (249-251) αποτελεί έκδοση του νομισματοκοπείου της ρωμαϊκής αυτής αποικίας με επιγραφή ελληνική και όχι ρωμαϊκή, όπως συμβαίνει κατά κανόνα στις άλλες αποικίες. Το κεφάλι της Τύχης της Αντιόχειας, πεπλοφόρου και στεφανωμένης με τα τείχη της πόλης, που απεικονίζεται στην οπίσθια όψη, πλαισιώνεται από αρχικά ελληνικά γράμματα, Δ-Є, πάνω, και λατινικά, S-Q (S[enatus]- C[onsultum]), κάτω. Πάνω από την Τύχη τρέχει στα δεξιά κριάρι στρέφοντας πίσω το κεφάλι του και κάτω αριστερά της προτομής υπάρχει αστέρι. Η Τύχη της πόλης και, στην περίπτωσή μας, της Αντιόχειας, για την οποία φιλοτεχνήθηκε περιώνυμο άγαλμα ήδη στα πρώιμα ελληνιστικά χρόνια από το μαθητή του Λύσιππου, Ευτυχίδη, αποτελούσε ιδιαίτερα προσφιλές εικονογραφικό θέμα των νομισμάτων, στις ευημερούσες πόλεις της περιοχής, χωρίς να σπανίζουν και άλλες παραλλαγές, όπως αυτή με την Τύχη καθιστή, εντός ναού και με την προσωποποίηση του ποταμού Ορόντη στα πόδια της σε κοπές του ίδιου νομισματοκοπείου.

Η συλλογή Σταυρίδη περιλαμβάνει και μερικά αρχαία ελληνικά νομίσματα, εκφραστές της ομορφιάς της αρχαίας ελληνικής τέχνης, που ξεχωρίζουν καθώς η σφραγιδογλυφία ανώνυμων καλλιτεχνών ή κάποιων επιδέξιων τεχνιτών δημιούργησε ζηλευτές μήτρες που προορίζονταν για σφραγίδες νομισμάτων. Δύο από αυτά παρουσιάζονται εδώ.

Αργυρή δραχμή Σικυώνος.
SNGCop 34. Χρον. κοπής:
431-400 π.Χ. Βάρος: 5,97 γρ.

4. Εντυπωσιακή είναι η αργυρή δραχμή Σικυώνος, του τέλους του 5ου αιώνα π.Χ., νόμισμα σπάνιο, που σώζεται σε καλή κατάσταση. Εικονίζεται η ίδια παράσταση, περιστέρι με ανοικτά φτερά προς τ’αριστερά και στις δύο όψεις, με τα αρχικά του νομισματοκοπείου, Σ Ε, αντίστοιχα πίσω από τα πόδια και το φτερό του πτηνού, στην εμπρόσθια όψη και μέσα σε στεφάνι ελιάς στην πίσω.

Αργυρό ημίδραχμο Ήλιδας.
SNGCop 406.
Χρον. κοπής: τέλη
δεκαετίας 340 π.Χ.
Βάρος: 2, 65 γρ.

5. Στο αργυρό ημίδραχμο Ήλιδας εικονίζεται η κεφαλή της Νύμφης Ολυμπίας στην εμπρόσθια και το σύμβολο του Διός, ο αετός με κλειστές φτερούγες, πλαισιωμένος από τα αρχικά της εκδίδουσας αρχής, F-׀, στην οπίσθια όψη. Το νόμισμα χρονολογείται στην πρώιμη ελληνιστική περίοδο και σχετίζεται με την κάλυψη των πολυάριθμων αναγκών που ανέκυπταν από τους Ολυμπιακούς αγώνες και την προετοιμασία τους, το πλήθος των επισκεπτών, τις πανηγύρεις-αγορές που συνόδευαν πάντα το κορυφαίο αθλητικό γεγονός. Παράλληλα, με τις άλλες πλούσιες και καλαίσθητες αργυρές κοπές της Ήλιδας, κυρίως στατήρες, δραχμές και μικρότερες υποδιαιρέσεις, ήδη από τους πρώιμους κλασικούς χρόνους, εκτός από τους πολυδάπανους αγώνες θα κάλυπταν και τα έξοδα των φιλόδοξων οικοδομικών έργων που απαιτούσαν υλικά υψηλής ποιότητας και μεγάλου κόστους.